Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tie (en)

  1. γραβάτα
  2. ισχυρός σύνδεσμος, δεσμός
  3. (μουσική) σύζευξη διαρκείας
  4. ισοβαθμία για συμμετέχοντες σε ένα διαγωνισμό

  ΡήμαΕπεξεργασία

tie (en)

  1. τυλίγω και δένω (πχ ένα σκοινί σε ένα δέντρο)
  2. δένω (κάποιον / έναν κόμπο / τα παπούτσια μου)
  3. ισοβαθμώ, έχω τους ίδιους βαθμούς ή την ίδια θέση με κάποιον άλλο σε ένα διαγωνισμό



Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

tie (eo)

ĝi estas tie, kie vi lasis ĝin, είναι εκεί όπου το άφησες



Φινλανδικά (fi) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tie (fi)

  1. ο δρόμος
  2. η λεωφόρος