Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θόλος θόλοι
γενική θόλου θόλων
αιτιατική θόλο θόλους
κλητική θόλε θόλοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θόλος < αρχαία ελληνική θόλος
 
ο θόλος στο Πάνθεον της Ρώμης

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

θόλος αρσενικό

  1. κατασκευή με καμπύλο σχήμα για την κάλυψη ενός χώρου

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

 
Η Θόλος των Δελφών

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

θόλος θηλυκό

  • (αρχαιολογία) (συχνά με κεφαλαίο αρχικό) αρχαίος τύπος κυκλικού κτηρίου με κωνική στέγη
η Θόλος της Επιδαύρου
το Πρυτανείο της αρχαίας Αθήνας στεγαζόταν σ'ένα κυκλικό κτήριο της Αγοράς, τη Θόλο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θόλος < → λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

θόλος θηλυκό

  1. κυκλικό κτήριο με κωνική στέγη

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

θόλος αρσενικό

  1. θολωτό δωμάτιο σε λουτρά
  2. επίδεσμος για το κεφάλι

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883