Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο θολωτός η θολωτή το θολωτό
      γενική του θολωτού της θολωτής του θολωτού
    αιτιατική τον θολωτό τη θολωτή το θολωτό
     κλητική θολωτέ θολωτή θολωτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι θολωτοί οι θολωτές τα θολωτά
      γενική των θολωτών των θολωτών των θολωτών
    αιτιατική τους θολωτούς τις θολωτές τα θολωτά
     κλητική θολωτοί θολωτές θολωτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 
θολωτός μυκηναϊκός τάφος στην Πύλο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θολωτός < θόλος + -ωτός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θολωτός, -ή, -ό

  1. που έχει σχήμα θόλου
  2. θολωτός τάφος: κυκλικό ταφικό κτίσμα των μινωικών και μυκηναϊκών χρόνων με θολωτή στέγη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία