Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλύαρος < φλύαρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φλύαρος, -η, -ο

  • αυτός που αρέσκεται να μιλά διαρκώς, λέγοντας πολλά και ανούσια λόγια, που χρησιμοποιεί περιττά λόγια, που δεν μπορεί ή δεν θέλει (εκείνη τη στιγμή ή γενικά) να διατυπώσει μια συνθετική ιδέα της σκέψης του
    Τι πάθατε σήμερα; Είστε όλοι φλύαροι (π.χ. μέσα στην τάξη) : μιλάτε ασταμάτητα
    Στην τηλεόραση κάνουν καριέρα οι φλύαροι γιατί οι άλλοι δεν μπορούν να μπαζώνουν σε καθημερινή βάση τόσο τηλεοπτικό χρόνο : λένε με πολλά λόγια κάτι που μπορεις να πεις με λίγα ή επαναλαμβάνουν με διαφορετικά λόγια το ίδιο πράγμα διαρκώς
    Ο υπουργός ήταν σκόπιμα φλύαρος στη χτεσινή συνέντευξη γιατί δεν ήθελε να μπει στην ουσία : έλεγε αερολογίες χωρίς σαφήνεια και ουσία


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλύαρος < φλύω και φλέω και φλύζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φλύαρος

  • η μωρολογία, η ανοησία
    αὗται γάρ τοι μόναι εἰσὶ θεαί, τἄλλα δὲ πάντ᾽ ἐστὶ φλύαρος : στην πραγματικότητα μόνον αυτές είναι θεές και όλα τα άλλα είναι φούμαρα (Αριστοφ. Νεφ. 365)
    πολλῶν φλυάρων : πολλών ανοησιών

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φλύαρος (συγκρ. βαθμός φλυαρότερος)

  • ο ανόητος, αυτός που δεν έχει ουσία, ανούσιος
    φλύαρος φιλοσοφία
    φλύαρος γλῶττα
    φλύαρος λόγος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • φλυάρως : με ανόητο τρόπο (επίρρημα)