Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρέσκομαι < αρχαία ελληνική ἀρέσκομαι (ἀρέσκω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

αρέσκομαι (μόνο στους εξακολουθητικούς χρόνους)

  1. (μεταβατικό) (+ να) μου αρέσει, αισθάνομαι ευχαρίστηση (να...)

ΚλίσηΕπεξεργασία

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. αρέσκομαι αρεσκόμουν(α) θα αρέσκομαι να αρέσκομαι
β' ενικ. αρέσκεσαι αρεσκόσουν(α) θα αρέσκεσαι να αρέσκεσαι αρέσκου
γ' ενικ. αρέσκεται αρεσκόταν(ε) θα αρέσκεται να αρέσκεται
α' πληθ. αρεσκόμαστε αρεσκόμαστε
αρεσκόμασταν
θα αρεσκόμαστε να αρεσκόμαστε
β' πληθ. αρέσκεστε αρεσκόσαστε
αρεσκόσασταν
θα αρέσκεστε να αρέσκεστε αρέσκεστε
γ' πληθ. αρέσκονται αρέσκονταν
αρεσκόντουσαν
θα αρέσκονται να αρέσκονται

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία