Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρέσκω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

αρέσκω

  1. Είμαι αρεστός, ευχάριστος
  2. Προκαλώ συμπάθεια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία