Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρεσκιά θηλυκό

  1. το να είναι κάτι ευχάριστο
    Το βρήκε πολύ της αρεσκιάς της. - Της άρεσε πολύ.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Για περισσότερα, δείτε τη λέξη αρέσκεια.