Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τρέχων
τρέχοντας
η τρέχουσα το τρέχον
      γενική του τρέχοντος
τρέχοντα
της τρέχουσας
τρεχούσης*
του τρέχοντος
    αιτιατική τον τρέχοντα την τρέχουσα το τρέχον
     κλητική τρέχων
τρέχοντα
τρέχουσα τρέχον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τρέχοντες οι τρέχουσες τα τρέχοντα
      γενική των τρεχόντων των τρεχουσών των τρεχόντων
    αιτιατική τους τρέχοντες τις τρέχουσες τα τρέχοντα
     κλητική τρέχοντες τρέχουσες τρέχοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρέχων < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική τρέχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική courant[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɾe.xon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρέ‐χων
ομόηχο: τρέχον

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τρέχων, -ουσα, -ον

  1. που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα
    Η τρέχουσα χρονική περίοδος
    Το νομοσχέδιο θα υλοποιηθεί μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος.
  2. που ισχύει την παρούσα χρονική στιγμή
    Η τρέχουσα τιμή του δολαρίου.
  3. που έχει σχέση με τις καθημερινές ανάγκες
    Συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα θέματα.
    Ο προϋπολογισμός δεν φαίνεται να καλύπτει ούτε καν τις τρέχουσες ανάγκες.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  • έκτακτος (μη έχων σχέση με τις καθημερινές ανάγκες)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική τρέχων τρέχουσα τρέχον τρέχοντες τρέχουσαι τρέχοντα
Γενική τρέχοντος τρεχούσης τρέχοντος τρεχόντων τρεχουσῶν τρεχόντων
Δοτική τρέχοντι τρεχούσῃ τρέχοντι τρέχουσι τρεχούσαις τρέχουσι
Αιτιατική τρέχοντα τρέχουσαν τρέχον τρέχοντας τρεχούσας τρέχοντα
Κλητική τρέχων τρέχουσα τρέχον τρέχοντες τρέχουσαι τρέχοντα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική τρέχοντε τρεχούσα τρέχοντε
Γενική-Δοτική τρεχόντοιν τρεχούσαιν τρεχόντοιν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τρέχων, -ουσα, ον