Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σφυρί τα σφυριά
      γενική του σφυριού των σφυριών
    αιτιατική το σφυρί τα σφυριά
     κλητική σφυρί σφυριά
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφυρί < μεσαιωνική ελληνική σφυρί < ελληνιστική κοινή σφυρίον (υποκοριστικό του) < αρχαία ελληνική σφῦρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Κλασικό σφυρί(1)

σφυρί ουδέτερο

  1. ένα από τα παλαιότερα εργαλεία, με λαβή και κεφαλή, που χρησιμοποιείται για σπάσιμο ή κάρφωμα
  2. παρόμοιο (1) αντικείμενο, κυρίως ξύλινο, που χρησιμοποιείται:
    • στις δημοπρασίες όταν κατακυρώνεται το δημοπρατούμενο σε έναν αγοραστή
    • από προεδρεύοντες σε συνεδριάσεις (δικαστηρίων κοινοβουλίων κ.λπ.) για την επαναφορά στην τάξη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βγάζω στο σφυρί: βγάζω σε πλειστηριασμό, δημοπρασία. Χρησιμοποιείται κυρίως επιτιμητικά
    του έβγαλε η τράπεζα το σπίτι του στο σφυρί
    αν δε βρω χρήματα για το νοίκι θα βγάλω στο σφυρί το αμάξι μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία