Δείτε επίσης: σφυρηλατῶ

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφυρηλατώ < ελληνιστική κοινή σφυρηλατέω / σφυρηλατῶ < αρχαία ελληνική σφῦρα + ἐλαύνω (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική forger)

  ΡήμαΕπεξεργασία

σφυρηλατώ (παθητική φωνή: σφυρηλατούμαι)

  1. (κυριολεκτικά) κατεργάζομαι (μηχανικά ή χειρωνακτικά) κάποιο σφυρηλατήσιμο μέταλλο με σφυρί
  2. (μεταφορικά) δημιουργώ ή διαμορφώνω την προσωπικότητα κάποιου ή τις σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα ή σύνολα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία