Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ματρακάς ματρακάδες
γενική ματρακά ματρακάδων
αιτιατική ματρακά ματρακάδες
κλητική ματρακά ματρακάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ματρακάς < πιθανόν τουρκική matrak (ρόπαλο) < αραβική مطرقة (matrakah)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ματρακάς αρσενικό

  1. είδος σφυριού με σιδερένια παραλληλόγραμμη χοντρή κεφαλή και ξύλινη λαβή, που χρησιμοποιείται κυρίως στις οικοδομές
  2. (σκωπτικό) σαράβαλο, παλιό όχημα που κάνει διάφορους θορύβου καθώς κινείται
  3. είδος ποδηλάτου παλαιό, το χρησιμοποιούσαν σε όλη τη Θεσσαλία μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία