Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Hammer die Hämmer
γενική des Hammers der Hämmer
δοτική dem Hammer den Hämmer
αιτιατική den Hammer die Hämmer

Hammer (de) αρσενικό