Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλειστηριασμός πλειστηριασμοί
γενική πλειστηριασμού πλειστηριασμών
αιτιατική πλειστηριασμό πλειστηριασμούς
κλητική πλειστηριασμέ πλειστηριασμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλειστηριασμός < ελληνιστική κοινή πλειστηριασμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλειστηριασμός αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία