Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαβούλευση οι διαβουλεύσεις
      γενική της διαβούλευσης
διαβουλεύσεως*
των διαβουλεύσεων
    αιτιατική τη διαβούλευση τις διαβουλεύσεις
     κλητική διαβούλευση διαβουλεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

PAGENAME}} < δια- + βουλεύομαι (αρχαία= σκέφτομαι)}}

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαβούλευση θηλυκό

  1. σκέψη
  2. συνάθροιση ατόμων για την παραγωγή πρωτότυπων ιδεών μετά από σκέψη και ανταλλαγή ιδεών
     συνώνυμα: κατιδεασμός, μπρεϊνστόρμινγκ
  3. μετοχή σε συζήτηση με άλλους και ανταλλαγή απόψεων
     συνώνυμα: σύσκεψη, διάσκεψη, μίτινγκ, συνάντηση, σύνοδος, συνεδρίαση, συνδιάσκεψη, συμπόσιο
  4. συζήτηση με τη βοήθεια τεχνολογίας όπου οι απόντες μπορούν και συμμετέχουν με την «ηλεκτρονική τους παρουσία», η οποία μπορεί να λάβει χαρακτήρα, μετάδοσης εικόνας και ήχου ή μονάχα ήχου με τη συνοδεία εικόνας, ολογράμματος ή συμμετοχής σε φόρουμ
     συνώνυμα: τηλεδιάσκεψη, τηλεσυνδιάσκεψη
  5. μηχανορραφία
     συνώνυμα: σκευωρία, συνωμοσία, πλεκτάνη, ίντριγκα, ραδιουργία, δολοπλοκία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία