Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλεκτάνη οι πλεκτάνες
      γενική της πλεκτάνης των πλεκτανών
    αιτιατική την πλεκτάνη τις πλεκτάνες
     κλητική πλεκτάνη πλεκτάνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεκτάνη < αρχαία ελληνική πλεκτάνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεκτάνη θηλυκό

  1. κάτι που είναι σχεδιασμένο για να μας εξαπατήσει και να μας παγιδεύσει

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεκτάνη < πλέκω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεκτάνη θηλυκό

  1. κάτι που είναι περιτυλιγμένο