↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συγκεκομμένος η συγκεκομμένη το συγκεκομμένο
      γενική του συγκεκομμένου της συγκεκομμένης του συγκεκομμένου
    αιτιατική τον συγκεκομμένο τη συγκεκομμένη το συγκεκομμένο
     κλητική συγκεκομμένε συγκεκομμένη συγκεκομμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συγκεκομμένοι οι συγκεκομμένες τα συγκεκομμένα
      γενική των συγκεκομμένων των συγκεκομμένων των συγκεκομμένων
    αιτιατική τους συγκεκομμένους τις συγκεκομμένες τα συγκεκομμένα
     κλητική συγκεκομμένοι συγκεκομμένες συγκεκομμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
συγκεκομμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συγκεκομμένος στην ελληνιστική σημασία για τη γραμματική

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /siŋ.ɟe.koˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐γκε‐κομ‐μέ‐νος
παλιότερος συλλαβισμός: συγ‐κε‐κομ‐μέ‐νος

συγκεκομμένος, -η, -ο

Παράγωγα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις συν, κόπτω και κόβω

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



συγκεκομμένος, -η, -ον

  • μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου (συγκέκοφα) του ρήματος συγκόπτω
    1. χτυπημένος, κομματιασμένος
      ※  5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 228
      ὤμοι, πυρέσσω συγκεκομμένος τάλας.
      • Αμάν, μου ήρθε πυρετός απ᾽ τις πολλές σφαλιάρες.
        Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
      • Αμάν, κάνω πυρετό, χτυπημένος [επειδή με χτυπάνε] ο ταλαίπωρος [Μετάφραση λέξεων:Βικιλεξικό]
      ※  1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Σύγκρισις Κίμωνος και Λευκόλλου, 3 Plu. Comp.Cim.Luc.3
      Τιγράνου δὲ καὶ Μιθριδάτου μετὰ Λεύκολλον οὐδὲν ἄλλ' ἔργον ἐγένετο, ἀλλ' ὁ μὲν ἀσθενὴς ἤδη καὶ συγκεκομμένος ὑπὸ τῶν πρώτων ἀγώνων οὐδ' ἅπαξ ἐτόλμησε δεῖξαι Πομπηίῳ τὴν δύναμιν ἔξω τοῦ χάρακος, ἀλλὰ φυγὼν εἰς Βόσπορον κατέβη κἀκεῖ κατέστρεψε.
      Αλλά μετά τον Λεύκολλο{Ρωμαίος διοικητής}, τίποτ' άλλο δεν έκαναν ο Τιγράνης και ο Μιθριδάτης. Διότι αυτός [ο Μιθριδάτης] ήταν πια σε αδυναμία, τσακισμένος απ' τους προηγούμενους πολέμους, κι ούτε μια φορά δεν τόλμησε να εμφανίσει στον Πομπήιο τη [στρατιωτική του] δύναμη έξω απ' το στρατόπεδο, αλλά διέφυγε και κατέληξε στον Βόσπορο κι εκεί τέλειωσε τη ζωή του.
      ※  1ος αιώνας κε Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Ῥωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία, D.H. 5.44, 3 @perseus.tufts.edu
      ἀσυντάκτοις δ᾽ ἀνθρώποις καὶ τεταραγμένοις καὶ ὑπὸ τοῦ δρόμου συγκεκομμένοις τὰ πνεύματα […]
      [Οι Σαβίνοι επιτίθενται στους Ρωμαίους που είναι] ασύντακτοι (άνθρωποι), σε αταξία (εκτός γραμμών) και με κομμένη την ανάσα απ' το τρέξιμο […]
    2. (ελληνιστική σημασία , γραμματική) συγκεκομμένη λέξη ή ήχος, που έχει πάθει συγκοπή
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική συγκεκομμένος συγκεκομμένη τὸ συγκεκομμένον
      γενική τοῦ συγκεκομμένου τῆς συγκεκομμένης τοῦ συγκεκομμένου
      δοτική τῷ συγκεκομμέν τῇ συγκεκομμέν τῷ συγκεκομμέν
    αιτιατική τὸν συγκεκομμένον τὴν συγκεκομμένην τὸ συγκεκομμένον
     κλητική ! συγκεκομμένε συγκεκομμένη συγκεκομμένον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ συγκεκομμένοι αἱ συγκεκομμέναι τὰ συγκεκομμέν
      γενική τῶν συγκεκομμένων τῶν συγκεκομμένων τῶν συγκεκομμένων
      δοτική τοῖς συγκεκομμένοις ταῖς συγκεκομμέναις τοῖς συγκεκομμένοις
    αιτιατική τοὺς συγκεκομμένους τὰς συγκεκομμένᾱς τὰ συγκεκομμέν
     κλητική ! συγκεκομμένοι συγκεκομμέναι συγκεκομμέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συγκεκομμένω τὼ συγκεκομμέν τὼ συγκεκομμένω
      γεν-δοτ τοῖν συγκεκομμένοιν τοῖν συγκεκομμέναιν τοῖν συγκεκομμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές