Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κομμένος η κομμένη το κομμένο
      γενική του κομμένου της κομμένης του κομμένου
    αιτιατική τον κομμένο την κομμένη το κομμένο
     κλητική κομμένε κομμένη κομμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κομμένοι οι κομμένες τα κομμένα
      γενική των κομμένων των κομμένων των κομμένων
    αιτιατική τους κομμένους τις κομμένες τα κομμένα
     κλητική κομμένοι κομμένες κομμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κόβω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /koˈme.nos/

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κομμένος, -η, -ο

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

κομμένη!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία