Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σαγήνη οι σαγήνες
      γενική της σαγήνης των σαγηνών
    αιτιατική τη σαγήνη τις σαγήνες
     κλητική σαγήνη σαγήνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαγήνη < ελληνιστική κοινή σαγήνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαγήνη θηλυκό

  • η ικανότητα που έχει κάποιος να ασκεί γοητεία κι έλξη στους άλλους
    Ο χώρος, αλλιώς το δύσβατο βουνό, δαμασμένο ωστόσο οικιστικά και συγκοινωνιακά από παλιούς χρόνους, με τους κινδύνους του και τις σαγήνες αλλά και με τα καταφύγιά του και το οργανωμένο τοπικό σύστημα πληροφοριοδότησης πέτρα και δάσος, βράχοι και πλάκες, σάρες, αλλά και διάσελα, σπίτια πέτρινα και καλύβια, κήποι πεζούλες και λογγές. (*)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι
Γενική σαγήνης σαγήναιν σαγηνῶν
Δοτική σαγήν σαγήναιν σαγήναις
Αιτιατική σαγήνην σαγήνα σαγήνας
Κλητική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαγήνη < αρχαία ελληνική σαγήνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαγήνη θηλυκό

  1. δίχτυ
  2. είδος πολεμικού πλοίου
  3. είδος αλιευτικού πλοίου
  4. είδος ιστιοφόρου πλοίου



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι
Γενική σαγήνης σαγήναιν σαγηνῶν
Δοτική σαγήν σαγήναιν σαγήναις
Αιτιατική σαγήνην σαγήνα σαγήνας
Κλητική σαγήνη σαγήνα σαγῆναι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαγήνη < → λείπει η ετυμολογία (προελληνική)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαγήνη θηλυκό

  1. αλιευτικό δίχτυ
  2. κυνηγετικό δίχτυ
  3. υμένας στην περιοχή της κοιλιάς και των εντέρων

Αλλόγλωσσα παράγωγαΕπεξεργασία