Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γοητεία
γενική γοητείας
αιτιατική γοητεία
κλητική γοητεία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γοητεία < αρχαία ελληνική γοητεία < γοητεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣɔ.i.ˈti.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γοητεία θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
     συνώνυμα: σαγήνη
  2. (συνεκδοχικά) κάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη
     συνώνυμα: θέλγητρο
  3. πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων
     συνώνυμα: μάγεμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία