Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ελένη Ελένες
γενική Ελένης Ελενών
αιτιατική Ελένη Ελένες
κλητική Ελένη Ελένες
επίσης γενική πληθυντικού Ελένων

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ελένη < αρχαία ελληνική Ἑλένη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ˈlɛ.ni/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ελένη θηλυκό

  1. γυναικείο μικρό όνομα
  2. (μυθολογία) η ωραία Ελένη: σύζυγος του Μενέλαου
  3. (αστρονομία) φυσικός δορυφόρος του πλανήτη Κρόνου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία