Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ωπός < αρχαία ελληνική -ωπός < ρίζα -ωπ- (ὄπ-ωπ-α του ὄψομαι, ὁράω) ή < (-ῶπις) < ὤψ (όψη)[1][2]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ωπός, -ωπή, -ωπό

  1. ότι το δεύερο συνθετικό έχει λίγο διαφοροποιημένο το χαρακτηριστικό που δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό
  2. (ειδικά για επίθετα που δηλώνουν χρώμα) δηλώνει παραλλαγή, μερική προσέγγιση στο χρώμα του α' συνθετικού (π.χ. κάπως ξανθός, όχι εντελώς ξανθός, που μοιάζει ξανθός)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «-ωπός» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)