Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὕπατος, ύπαρχος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ύπατος ύπατη ύπατο
γενική ύπατου ύπατης ύπατου
αιτιατική ύπατο ύπατη ύπατο
κλητική ύπατε ύπατη ύπατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ύπατοι ύπατες ύπατα
γενική ύπατων ύπατων ύπατων
αιτιατική ύπατους ύπατες ύπατα
κλητική ύπατοι ύπατες ύπατα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύπατος < αρχαία ελληνική ὕπατος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.pa.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈi.pa.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈi.pa.tɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ύπατος -η -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύπατος < αρχαία ελληνική ὕπατος (λατινικά {{λ||consul|la{{)
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ύπατος οι ύπατοι
      γενική του υπάτου
& ύπατου
των υπάτων
& ύπατων
    αιτιατική τον ύπατο τους υπάτους
& ύπατους
     κλητική ύπατε ύπατοι
Παράρτημα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.pa.tɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύπατος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία