Δείτε επίσης: ὑπατικός, ηπατικός

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπατικός η υπατική το υπατικό
      γενική του υπατικού της υπατικής του υπατικού
    αιτιατική τον υπατικό την υπατική το υπατικό
     κλητική υπατικέ υπατική υπατικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπατικοί οι υπατικές τα υπατικά
      γενική των υπατικών των υπατικών των υπατικών
    αιτιατική τους υπατικούς τις υπατικές τα υπατικά
     κλητική υπατικοί υπατικές υπατικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπατικός < ελληνιστική κοινή ὑπατικός < αρχαία ελληνική ὕπατος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπατικός, -ή, -ό

  • σχετικός με τον ύπατο
    ※ Συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της καταστάσεως ο Περσεύς έσπευσε να εκμεταλλευθεί την απραξία της υπατικής στρατιάς στο στρατόπεδο της Φίλας και την ατολμία του ρωμαϊκού στόλου, που παρέμενε στη Σκίαθο και στον Ωρεό, χωρίς να αναλαμβάνει καμιά επιχείρηση, καθώς και την αδράνεια του Αππίου Κλαυδίου Κέντωνος στην Ιλλυρία, για να επιδοθεί τον χειμώνα του 169/8 π.Χ. σε σύντονες διπλωματι­κές ενέργειες προς διάφορες κατευθύνσεις. (Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Εʹ: Ελληνιστικοί χρόνοι, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1973, σελ. 117)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία