Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σάπιος σάπια σάπιο
γενική σάπιου σάπιας σάπιου
αιτιατική σάπιο σάπια σάπιο
κλητική σάπιε σάπια σάπιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σάπιοι σάπιες σάπια
γενική σάπιων σάπιων σάπιων
αιτιατική σάπιους σάπιες σάπια
κλητική σάπιοι σάπιες σάπια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάπιος < μεσαιωνική ελληνική σάπιος < σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπομαι (αόριστος: ἐσάπην), παθητική φωνή του ρήματος σήπω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsa.pçɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σάπιος, -ια, -ιο

  1. (για οργανική ύλη) που έχει αποσυντεθεί
  2. (για άλλα υλικά) διαβρωμένος
  3. (μεταφορικά) διεφθαρμένος

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία