Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διαβρωμένος διαβρωμένη διαβρωμένο
γενική διαβρωμένου διαβρωμένης διαβρωμένου
αιτιατική διαβρωμένο διαβρωμένη διαβρωμένο
κλητική διαβρωμένε διαβρωμένη διαβρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαβρωμένοι διαβρωμένες διαβρωμένα
γενική διαβρωμένων διαβρωμένων διαβρωμένων
αιτιατική διαβρωμένους διαβρωμένες διαβρωμένα
κλητική διαβρωμένοι διαβρωμένες διαβρωμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαβρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαβρώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διαβρωμένος, -η, -ο

  1. που έχει διαβρωθεί


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία