Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαπίζω < μεσαιωνική ελληνική σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπομαι (αόριστος: ἐσάπην), παθητική φωνή του ρήματος σήπω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sa.ˈpi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

σαπίζω

  1. γίνομαι σάπιος, αλλοιώνομαι, αποσυντίθεμαι
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι σάπιο
  3. (μεταφορικά) βρίσκομαι για πολύ καιρό σε περιβάλλον με υγρασία και ως εκ τούτου υποφέρω
  4. (μεταφορικά) είμαι (ηθικά) διεφθαρμένος

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία