Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας σήπω σήπομαι
Παρατατικός ἔσηπον ἐσηπόμην
Μέλλοντας σήψω σαπήσομαι
Αόριστος ἔσηψα ἐσάπην
Παρακείμενος σέσηπα σέσημμαι
Υπερσυντέλικος ἐσεσήπειν ἐσεσήμμην
Συντελ.Μέλλ.


  ΡήμαΕπεξεργασία

σήπω, μέσο και παθητικό σήπομαι

  1. κάνω κάτι να σαπίσει
  2. (μεταφορικά) διαφθείρω

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Ο παρακείμενος σέσηπα χρησιμοποιείται με παθητική σημασία (σαπίζω)