Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σηπτικός σηπτική σηπτικό
γενική σηπτικού σηπτικής σηπτικού
αιτιατική σηπτικό σηπτική σηπτικό
κλητική σηπτικέ σηπτική σηπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σηπτικοί σηπτικές σηπτικά
γενική σηπτικών σηπτικών σηπτικών
αιτιατική σηπτικούς σηπτικές σηπτικά
κλητική σηπτικοί σηπτικές σηπτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σηπτικός < αρχαία ελληνική

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σηπτικός, -ή, -ό

  1. που πάσχει από σήψη
    σηπτικός ασθενής
  2. που προκαλεί σήψη
    σηπτικό τραύμα
    Η σηπτική δεξαμενή κατασκευάζεται στεγανή και διαμορφούται ούτως ώστε, τα λύματα να εισέρχωνται εκ του ενός άκρου, να ρέουν βραδέως και ομοιομόρφως κατά μήκος αυτής και μετά την καθίζησιν να εξέρχωνται εκ του ετέρου άκρου (ΦΕΚ-138/Β/24-2-65)
  3. που συνοδεύεται ή προκαλείται από σήψη
    σηπτικό σοκ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία