Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σήψ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σήψ αρσενικό

  1. δηλητηριώδες φίδι του οποίου το δάγκωμα προκαλεί σήψη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σήψ θηλυκό

  1. πληγή που έχει αρχίσει και σήπεται