Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπανάνα μπανάνες
γενική μπανάνας μπανανών
αιτιατική μπανάνα μπανάνες
κλητική μπανάνα μπανάνες
γενική πληθυντικού και μπανάνων
 
Πράσινες μπανάνες πάνω στη μπανανιά.
 
Ώριμες μπανάνες.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπανάνα < πορτογαλική banana < μπαντού

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ba.'na.na/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπανάνα θηλυκό

  • Ο καρπός της μπανανιάς. Φρούτο στενόμακρο, σε σχήμα μισοφέγγαρου, είναι πράσινη όταν είναι άγουρη και κίτρινη όταν ωριμάσει, έχει παχιά φλούδα που ανοίγει σε 4-5 κομμάτια, λευκή τρυφερή και γλυκιά "σάρκα".

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία