Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κυνικός κυνική κυνικό
γενική κυνικού κυνικής κυνικού
αιτιατική κυνικό κυνική κυνικό
κλητική κυνικέ κυνική κυνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυνικοί κυνικές κυνικά
γενική κυνικών κυνικών κυνικών
αιτιατική κυνικούς κυνικές κυνικά
κλητική κυνικοί κυνικές κυνικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυνικός < αρχαία ελληνική κυνικός < κύων ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) cynique για το επίθετο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυνικός, -ή, -ό

  1. που εκφράζεται (δυσάρεστα) και με απόλυτη ευθύτητα και ειλικρίνεια, χωρίς ευγένεια ή ευπρέπεια
     συνώνυμα: ωμός
    κυνικός λόγος
    κυνικός άνθρωπος
  2. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον Αστερισμό του Κυνός
    (μετεωρολογία) κυνικά καύματα: θερινοί καύσωνες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κυνικός οι κυνικοί
      γενική του κυνικού των κυνικών
    αιτιατική τον κυνικό τους κυνικούς
     κλητική κυνικέ κυνικοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

κυνικός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κυνικός κυνική κυνικόν κυνικοί κυνικαί κυνικά
Γενική κυνικοῦ κυνικῆς κυνικοῦ κυνικῶν κυνικῶν κυνικῶν
Δοτική κυνικῷ κυνικῇ κυνικῷ κυνικοῖς κυνικαῖς κυνικοῖς
Αιτιατική κυνικόν κυνικήν κυνικόν κυνικούς κυνικάς κυνικά
Κλητική κυνικέ κυνική κυνικόν κυνικοί κυνικαί κυνικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική κυνικώ κυνικά
Γενική-Δοτική κυνικοῖν κυνικαῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυνικός < κύων + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κυνικός

  1. όμοιος με σκύλο
  2. που έχει σκυλίσια συμπεριφορά
  3. μέλος μίας από τις μακροβιότερες Φιλοσοφικές Σχολές στην αρχαιότητα η οποία ιδρύθηκε από τον Αντισθένη στο Κυνόσαργες των Αθηνών
    • Διογένης ὁ κυνικὸς φιλόσοφος λοιδορούμενος ὑπό τινος φαλακροῦ εἶπεν: «Ἐγὼ μὲν οὐ λοιδορῶ· μὴ γένοιτο· ἐπαινῶ δὲ τὰς τρίχας ὅτι κρανίου κακοῦ ἀπηλλάγησαν.» (Αισώπου Μύθοι/Διογένης και φαλακρός)
    • Ἐπειδὴ δὲ τοὺς ἀπ' Ἀριστίππου διεληλύθαμεν καὶ Φαίδωνος, νῦν ἑλκύσωμεν τοὺς ἀπ' Ἀντισθένους κυνικούς τε καὶ Στωικούς. (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων/ΣΤ)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία