Δείτε επίσης: κίων

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύων < αρχαία ελληνική κύων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κύων αρσενικό ή θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα άγια τοις κυσί: λέγεται όταν θεωρούμε ότι διαπράττεται κάτι που είναι ανόσιο, ιεροσυλία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική κύων κύνε κύνες
Γενική κυνός κυνοῖν κυνῶν
Δοτική κυνί κυνοῖν κυσί(ν)
Αιτιατική κύν κύνε κύνᾰς
Κλητική κύον κύνε κύνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κύων < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱwṓ. Συγγενές με το श्वन् (śván) (σανσκριτικά), το canis (λατινικά) και το hund (αγγλοσαξονικά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κύων αρσενικό ή θηλυκό

  1. (κυριολεκτικά) (ζωολογία) ο σκύλος
  2. (μεταφορικά) (υβριστικό) σκύλος
  3. ο Σείριος (στον αστερισμό του Κυνός)
  4. η άρθρωση στον αστράγαλο του αλόγου