↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κυνοῦχος οἱ κυνοῦχοι
      γενική τοῦ κυνούχου τῶν κυνούχων
      δοτική τῷ κυνούχ τοῖς κυνούχοις
    αιτιατική τὸν κυνοῦχον τοὺς κυνούχους
     κλητική ! κυνοῦχε κυνοῦχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κυνούχω
γεν-δοτ τοῖν  κυνούχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κυνοῦχος < κύων + -οῦχος (< ἔχω)

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κυνοῦχος, -ου αρσενικό, (και σε επιθετική λειτουργία)

  1. (για χρήση σε κυνήγι) σάκος από δέρμα σκύλου
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κυνηγετικός, 2.9 @scaife.perseus
    ἔστω δὲ καὶ ἐν ὅτῳ ἔσονται αἱ ἄρκυς καὶ τὰ ἐνόδια καὶ τὰ δίκτυα κυνοῦχος μόσχειος, καὶ τὰ δρέπανα, ἵνα ᾖ τῆς ὕλης τέμνοντα φράττειν τὰ δεόμενα.
  2. λουρί σκύλου, περιλαίμιο
     συνώνυμα: κυνάγχη, δέραιον, λαιμοπέδα, λαιμοπέδη
  3. πορτοφόλι

Συγγενικά

επεξεργασία