Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hound (en)

  1. o σκύλος
  2. το κυνηγόσκυλο
     συνώνυμα: hunter


  ΡήμαΕπεξεργασία

hound (en)

  1. ζητώ με εμμονή κάτι από κάποιον, επιμένω ενοχλητικά, κυνηγώ
    quit hounding her to go out with you, she's not interested
    the paparazzi hounded the newlywed celebrity couple wherever they went