Δείτε επίσης: καρδιά

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καρδία καρδία καρδίαι
Γενική καρδίας καρδίαιν καρδιῶν
Δοτική καρδί καρδίαιν καρδίαις
Αιτιατική καρδίαν καρδία καρδίας
Κλητική καρδία καρδία καρδίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱḗr- / *ḱr̥d-

λατινικά: cordis.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρδία θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία