Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καρδιαλγία οι καρδιαλγίες
      γενική της καρδιαλγίας των καρδιαλγιών
    αιτιατική την καρδιαλγία τις καρδιαλγίες
     κλητική καρδιαλγία καρδιαλγίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδιαλγία < καρδιά + -αλγία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καρδιαλγία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία