Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κακοκαρδίζω < κακός + καρδιά + -ίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κακοκαρδίζω

  1. στενοχωρώ κάποιον π.χ. λέγοντάς του μια άσχημη κουβέντα, μη κάνοντάς του ένα χατίρι
    Τους είχα ανάγκη όλους αυτούς τους ανθρώπους, δεν ήθελα να τους κακοκαρδίσω. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία