↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κακοκαρδισμένος η κακοκαρδισμένη το κακοκαρδισμένο
      γενική του κακοκαρδισμένου της κακοκαρδισμένης του κακοκαρδισμένου
    αιτιατική τον κακοκαρδισμένο την κακοκαρδισμένη το κακοκαρδισμένο
     κλητική κακοκαρδισμένε κακοκαρδισμένη κακοκαρδισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κακοκαρδισμένοι οι κακοκαρδισμένες τα κακοκαρδισμένα
      γενική των κακοκαρδισμένων των κακοκαρδισμένων των κακοκαρδισμένων
    αιτιατική τους κακοκαρδισμένους τις κακοκαρδισμένες τα κακοκαρδισμένα
     κλητική κακοκαρδισμένοι κακοκαρδισμένες κακοκαρδισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κακοκαρδισμένος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κακοκαρδισμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοκαρδίζω

κακοκαρδισμένος, -η, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



  Ετυμολογία

επεξεργασία
κακοκαρδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος κακοκαρδίζω

κακοκαρδισμένος