Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κραδίη < κέαρ - κῆρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κραδίη θηλυκό (& καρδίη στον Όμηρο & καρδία)

  1. ιωνικός και ποιητικός επικός τύπος του καρδία
    «τέτλαθι δή, κραδίη· καὶ κύντερον ἄλλο ποτ᾽ ἔτλης»: Βάστα καρδιά μου! που κάποτ' άλλα πιο σκυλίσια εβάσταξες (Όμηρος. Ὀδύσσεια, υ-20, 18)
    Σκηνή: Εσωτερικός μονόλογος του Οδυσσέα. Μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο, συγκρατεί τον εαυτό του αναβάλλοντας την τιμωρία των μνηστήρων. Δείτε τέτλαθι κραδίη.
  2. ομόηχο με τύπους των λέξεων κραδίας και στην ιωνική κραδίης (< κράδη, το φύλλο συκής που σείεται, το κλαδί της)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία