Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κήπος οι κήποι
      γενική του κήπου των κήπων
    αιτιατική τον κήπο τους κήπους
     κλητική κήπε κήποι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κήπος < αρχαία ελληνική κῆπος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.pɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κήπος αρσενικό

  1. έκταση (συνήθως φραγμένη), όπου καλλιεργούνται είτε για λόγους καλλωπιστικούς είτε για λόγους διατροφικούς λουλούδια, δέντρα ή άλλα φυτά (ενίοτε δίπλα σε σπίτι ή κάποιο κτίσμα)
  2. (ιδιωματικό) χωράφι καλλιεργημένο με ζαρζαβατικά ή κηπευτικά κυρίως με φασόλια (στην κρητική διάλεκτο)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία