Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το περιβόλι τα περιβόλια
      γενική του περιβολιού των περιβολιών
    αιτιατική το περιβόλι τα περιβόλια
     κλητική περιβόλι περιβόλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιβόλι < μεσαιωνική ελληνική περιβόλιν < ελληνιστική κοινή περιβόλιον (χώρος που περιβάλλεται από φράχτη) < αρχαία ελληνική περίβολος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

περιβόλι ουδέτερο

  1. κήπος με λαχανικά και καρποφόρα δέντρα
  2. περιφραγμένος χώρος στον οποίο καλλιεργούμε κυρίως δέντρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία