Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαχανόκηπος < λάχανο + κήπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαχανόκηπος αρσενικό

  1. κήπος φυτεμένος με λαχανικά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία