Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαχανικό λαχανικά
γενική λαχανικού λαχανικών
αιτιατική λαχανικό λαχανικά
κλητική λαχανικό λαχανικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαχανικό < λάχανο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαχανικό ουδέτερο

  1. χαμηλό φυτό που καλλιεργείται, ώστε οι καρποί του ή οι ρίζες του ή ο βλαστός του ή τα φύλλα του να φαγωθούν ωμά ή μαγειρεμένα, π.χ. τα όσπρια, η ντομάτα, η πατάτα, τα χόρτα, το λάχανο κ.λπ.· στον ορισμό αυτό δεν περιλαμβάνονται φυτά των οποίων οι καρποί καταναλώνονται αφού πρώτα υποστούν μηχανική ή χημική επεξεργασία, όπως τα δημητριακά ή το ζαχαρότευτλο.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία