όσπριο

(Ανακατεύθυνση από όσπρια)

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το όσπριο τα όσπρια
      γενική του οσπρίου
όσπριου
των οσπρίων
    αιτιατική το όσπριο τα όσπρια
     κλητική όσπριο όσπρια
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

όσπριο < αρχαία ελληνική ὄσπριον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

όσπριο ουδέτερο

  • (συνήθως πληθυντικός) οι αποξηραμένοι σπόροι διαφόρων φυτών (φασόλια, φακές)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία