Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική κρεοφάγος κρεοφάγα κρεοφάγο
γενική κρεοφάγου κρεοφάγας κρεοφάγου
αιτιατική κρεοφάγο κρεοφάγα κρεοφάγο
κλητική κρεοφάγε κρεοφάγα κρεοφάγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρεοφάγοι κρεοφάγες κρεοφάγα
γενική κρεοφάγων κρεοφάγων κρεοφάγων
αιτιατική κρεοφάγους κρεοφάγες κρεοφάγα
κλητική κρεοφάγοι κρεοφάγες κρεοφάγα
Το θηλυκό σχηματίζει και λόγιους τύπους όμοιους με το αρσενικό.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεοφάγος < κρέας + -φάγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρεοφάγος

  1. ο κρεατοφάγοςδείτε τη λέξη:.

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Σήμερα απ' το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται μόνο ο λόγιος τύπος του θηλυκού γένους στον πολυλεκτικό όρο Εβδομάδα της Κρεοφάγου ο οποίος σημαίνει τη 2η εβδομάδα της περιόδου των Αποκριών. Η Πέμπτη της εβδομάδας αυτής ονομάζεται Τσικνοπέμπτη.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία