Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεμαστός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρεμαστός

  1. που κρέμεται από κάποιο σημείο
    σκουλαρίκια κρεμαστά, κρεμαστά φυτά
  2. που δεν στηρίζεται στο έδαφος
    κρεμαστή σκαλωσιά


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία