Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρεμαστός η κρεμαστή το κρεμαστό
      γενική του κρεμαστού της κρεμαστής του κρεμαστού
    αιτιατική τον κρεμαστό την κρεμαστή το κρεμαστό
     κλητική κρεμαστέ κρεμαστή κρεμαστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρεμαστοί οι κρεμαστές τα κρεμαστά
      γενική των κρεμαστών των κρεμαστών των κρεμαστών
    αιτιατική τους κρεμαστούς τις κρεμαστές τα κρεμαστά
     κλητική κρεμαστοί κρεμαστές κρεμαστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεμαστός < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κρεμαστός

  1. που κρέμεται από κάποιο σημείο
    σκουλαρίκια κρεμαστά, κρεμαστά φυτά
  2. που δεν στηρίζεται στο έδαφος
    κρεμαστή σκαλωσιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία