Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κηπουρός οι κηπουροί
      γενική του κηπουρού των κηπουρών
    αιτιατική τον κηπουρό τους κηπουρούς
     κλητική κηπουρέ κηπουροί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κηπουρός < αρχαία ελληνική κηπουρικός < κηπουρός < κῆπος + *ϝορ- (< ὁράω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /cipuˈros/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κη‐που‐ρός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κηπουρός αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κηπουρός < κῆπος + οὖρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κηπουρός αρσενικό, θηλυκό
  • αυτός που φροντίζει και καλλιεργεί κήπο, περιβόλι, φυτεία
    δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστιν (Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 20.15)
    Κηπουρὸς ἀρδεύων λάχανα (τίτλος ιστορίας του Αισώπου)