Δείτε επίσης: εὔφλεκτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εύφλεκτος εύφλεκτη εύφλεκτο
γενική εύφλεκτου εύφλεκτης εύφλεκτου
αιτιατική εύφλεκτο εύφλεκτη εύφλεκτο
κλητική εύφλεκτε εύφλεκτη εύφλεκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύφλεκτοι εύφλεκτες εύφλεκτα
γενική εύφλεκτων εύφλεκτων εύφλεκτων
αιτιατική εύφλεκτους εύφλεκτες εύφλεκτα
κλητική εύφλεκτοι εύφλεκτες εύφλεκτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εύφλεκτος < αρχαία ελληνική εὔφλεκτος < εὖ + φλέγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.flɛk.tɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

εύφλεκτος

  1. (κυριολεκτικά) που αναφλέγεται εύκολα, που ανάβει και καίγεται εύκολα
     συνώνυμα: αναφλέξιμος, καύσιμος
  2. (μεταφορικά) ευέξαπτος, αψίθυμος
  3. (μεταφορικά) (για χαρακτηρισμό περιοχής) που εύκολα μπορεί να ξεσπάσει πολεμική σύγκρουση

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία