Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

εύφλεκτου

  1. εύφλεκτος, στη γενική του ενικού
  2. εύφλεκτο, στη γενική του ενικού