Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καίγομαι < αρχαία ελληνική καίομαι, παθητική φωνή του καίω, άγνωστης ετυμολογίας και χωρίς συγγενείς λέξεις έξω από την ελληνική

  ΡήμαΕπεξεργασία

καίγομαι, πρτ.: καιγόμουν, στ.μέλλ.: θα καώ, αόρ.: κάηκα, μτχ.π.π.: καμένος

  1. καταστρέφομαι από φλόγα, φωτιά
  2. (μεταφορικά) για έντονο συναίσθημα, επιθυμία κλπ
  3. (μεταφορικά) ζεσταίνομαι υπερβολικά
    Όπου να πιάσεις, καίγεσαι. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  4. (στον αόριστο) για σύντομη επαφή με φλόγα που προκάλεσε πόνο
  5. καταστρέφομαι
    εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτός το χαβά του
  6. για υψηλό πυρετό
     συνώνυμα: καίω
    καίγεται από επιθυμία
     συνώνυμα: φλέγομαι


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία